διάλυτος

διά-λῠτος, ον,
A relaxed, Plu.2.136b;

ἁρμογαί Luc.Trag.222

.
II διαλῠτός, ή, όν, capable of dissolution, Pl.Phd.80b, v.l. in Ti.57b, Ph.1.495; = φθαρτός, Phld.D.3.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάλυτος — διάλυτος, ον (Α) [διαλύω] 1. ο διαλυμένος 2. ο χαλαρωμένος, ο μαλθακός 3. ο διαλυτός* …   Dictionary of Greek

  • διαλυτός — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάλυτος — relaxed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτός — ή, ό (AM διαλυτός, ή, όν) [διαλύω] 1. αυτός που επιδέχεται διάλυση, που μπορεί να διαλυθεί 2. αυτός που επιδέχεται τήξη ή αποσύνθεση 3. χημ. ο ικανός να διαλυθεί σε υγρό (π.χ. αλάτι ή ζάχαρη μέσα στο νερό) …   Dictionary of Greek

  • διαλυτός — [диалитос] εκ. растворимый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαλυτός — ή, ό αυτός που είναι δυνατόν να διαλυθεί: Η ζάχαρη είναι στοιχείο διαλυτό στο νερό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλυτόν — διαλυτός masc/fem acc sg διαλυτός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάλυτον — διάλυτος relaxed masc/fem acc sg διάλυτος relaxed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτῷ — διαλυτός masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύτοις — διάλυτος relaxed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύτοισιν — διάλυτος relaxed masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.